Αρχαιολογικά ευρήματα από τη Μύκονο, τη Δήλο και το νησί της Ρήνειας, δείχνουν πως από τα αρχαία χρόνια η υφαντουργία ήταν εξαιρετικά ανεπτυγμένη στην περιοχή.
Στη Μύκονο ήταν σχεδόν η κύρια απασχόληση των γυναικών μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Οι περισσότεροι περιηγητές τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα, κάνουν αναφορές για τα υφαντά του νησιού.

Το μυκονιάτικο υφαντό εξυπηρετούσε τις ανάγκες του σπιτιού και του ρουχισμού όλης της οικογένειας. Τα ρούχα των φτωχότερων κυρίως οικογενειών, που αποτελούσαν και την πλειονότητα του πληθυσμού, εξακολουθούσαν να είναι υφαντά.
Στην περίοδο του Μεσοπολέμου ήταν ανεπτυγμένη η επαγγελματική υφαντουργία και τα υφαντά του νησιού ήταν ανταγωνιστικά σε διεθνή επίπεδα.
Mυκονιάτικα υφαντά είχαν βραβευτεί σε έκθεση του Παρισιού, όπως αναφέρουν εφημερίδες της εποχής.

Με την ανάπτυξη όμως του τουρισμού μετά το 1950 μέχρι και τη δεκαετία του 1970 απέκτησε μια δεύτερη άνθηση. Στην επιτυχία και την καθιέρωση του μυκονιάτικου υφαντού ως τοπικού προϊόντος σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Θόδωρος Χαρακόπουλος.
Από είδος οικιακής χρήσης και ένδυσης των λαϊκών στρωμάτων με την προώθηση αυτού του έξυπνου εμπόρου, έγινε μόδα. Πέρασε στους οίκους της υψηλής ραπτικής, ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και ταξίδεψε και αυτό με την «καλή» φήμη της Μυκόνου.
Στην εξέλιξή του βοήθησαν αργότερα και άλλοι δημιουργοί και έμποροι με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Στην προβολή του βοήθησε και η διαφήμισή του σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Έτσι το μυκονιάτικο υφαντό άρχισε να έχει μεγάλη ζήτηση που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής.

Μέσα στη Χώρα μόνο, λειτουργούσαν περισσότεροι από 500 αργαλειοί. Τη δεκαετία του 50 την πρώτη ύλη, που ήταν το μαλλί, την έδινε σε μεγάλο ποσοστό, η ντόπια παραγωγή απo την κτηνοτροφία και το τελικό προϊόν, το υφαντό, έβγαινε από τα χέρια των ακούραστων εργατικών κοριτσιών και γυναικών της Μυκόνου. Κάθε υφαντό ήταν σχεδόν μοναδικό. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Αρχικά πολλοί Μυκονιάτες και Μυκονιάτισσες πήγαιναν στο μικρό λιμάνι της Δήλου και άπλωναν πάνω σε χράμια τα πολύχρωμα υφαντά τους.

Πρόβαλλαν έτσι και πουλούσαν τα χειροτεχνήματα μόνοι τους, χωρίς μεσάζοντα, στους τουρίστες που έφθαναν με τα κρουαζιερόπλοια. Στη συνέχεια τα άπλωναν στο Γιαλό της Χώρας σε μπαγκάδες (πάγκους).

Σιγά σιγά άρχισαν τους καλοκαιρινούς μήνες να μετατρέπουν αρχικά σε μαγαζιά τα κατώγια και τις σάλες των ισόγειων σπιτιών, με κύριο εμπόριο, το μυκονιάτικο υφαντό. Μέσα σε αυτή τη «χρυσή εικοσαετία» που μεσουράνησε, έντυσε αστικά σπίτια και διακόσμησε μαγαζιά και ξενοδοχεία. Ακόμη έντυσε και το παλάτι στο Τατόι με τα ζωηρά και ζεστά του χρώματα. Ενέπνευσε και καλλιτέχνες. Χαρακτηριστικά της ύφανσής του είναι η παλαιά μυκονιάτικη μπολντούρα και οι παράλληλες εναλλασσόμενες ρίγες διαφορετικού χρώματος και πλάτους με τολμηρούς χρωματισμούς, που δένουν μεταξύ τους αρμονικά, (λιστάτο, δαχτυλάτο, βυζαντινό, χωριάτικο, λουραδάτο).

Το Λαογραφικό Μουσείο έχει μια μεγάλη συλλογή σχεδίων και αντικειμένων υφαντικής που συνεχώς εμπλουτίζεται.
Ο Βασίλης Κυριαζόπουλος, ιδρυτής του Λαογραφικού Μουσείου, είχε την προνοητικότητα να συλλέξει και να καταγράψει πάνω από 500 σχέδια από διάφορα υφαντά, γύρω στο 1970, όταν το υφαντό ήταν στην πλήρη άνθησή του.
Μετά το 1980 το μυκονιάτικο υφαντό σταμάτησε να έχει ζήτηση και ως εκ τούτου μαζεύτηκαν οι αργαλειοί από τα σπίτια, πετάχτηκαν ή έγιναν καυσόξυλα, ενώ άλλοι σκεβρώνουν μαζεμένοι σε αποθήκες με την ελπίδα ότι θα ξαναστηθούν.
ΤΑ΄ΦΑΝΤΑ from MYkonos FILMmakers on Vimeo.
Πληροφορίες και στοιχεία από το βιβλίο «Το Μυκονιάτικο Υφαντό» των Δ. Νάζου, Π. Ι. Χατζηδάκη.